εὐδιαίτερος Save LSJ Bailly 2024 Grieks Nederlands Pape εὐδιαίτερος, α, ον, irreg. Comp. of εὔδιος (q. v.). εὐδιαίτερος, v. εὔδιος. εὐδιαίτερος comp. van εὔδιος. εὐδιαίτερος, Komparat. zu εὔδιος, Xen. Hell. 1.6.38.