Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
εὐερκῶς
Bailly 2024
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
εὐεργεσία
Εὐεργέσια
εὐεργεσίη
Εὐεργέται
εὐεργέτας
εὐεργέτεια
εὐεργετέω
εὐεργέτημα
εὐεργέτης
Εὐεργέτης
εὐεργετητέον
εὐεργετητέος
εὐεργετητικός
εὐεργετία
εὐεργετικός
εὐεργέτις
εὐεργέω
εὐέργημα
εὐεργής
εὐεργία
Εὐεργίδης
εὐεργός
Εὔεργος
εὐεργῶς
εὐερέθιστος
εὐερία
εὐέριος
εὐέρκεια
εὐερκής
εὐέρκτης
εὐερκῶς
εὐερμέω
εὐερμής
εὐερμία
εὐερνής
εὐερνώδης
εὔερος
εὐερωτητικός
Εὐεσπερίδες
Εὐεσπερῖται
εὐέστιος
εὐεστότερος
εὐεστώ
εὐετηρία
εὐετία
Εὐετίων
εὐετύς
εὐεύρετος
εὐέφικτος
εὐεφόδευτος
εὐέφοδος
εὐέψητος
εὔεψος
εὐζηλία
εὔζηλος
εὐζήλως
εὐζήτητος
εὐζοία
εὐζυγής
εὔζυγος
ἐΰζυγος
…
εὐερκῶς
Save
Bailly 2024
εὐερκῶς,
adv.
dans une position inexpugnable,
Plut.
M.
503
c
.
Étym.
εὐερκής
.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}