Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
εὐέργημα
LSJ
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
εὐεπίστροφος
εὐεπίτακτος
εὐεπίτευκτος
εὐεπιτήδευμα
εὐεπιφορία
εὐεπίφορος
εὐεπιφόρως
εὐεπιχείρητος
εὐεπιχειρήτως
εὐεπίψογος
εὐεπῶς
εὐέργαστος
εὐέργεια
εὐεργεσία
Εὐεργέσια
εὐεργεσίη
Εὐεργέται
εὐεργέτας
εὐεργέτεια
εὐεργετέω
εὐεργέτημα
εὐεργέτης
Εὐεργέτης
εὐεργετητέον
εὐεργετητέος
εὐεργετητικός
εὐεργετία
εὐεργετικός
εὐεργέτις
εὐεργέω
εὐέργημα
εὐεργής
εὐεργία
Εὐεργίδης
εὐεργός
Εὔεργος
εὐεργῶς
εὐερέθιστος
εὐερία
εὐέριος
εὐέρκεια
εὐερκής
εὐέρκτης
εὐερκῶς
εὐερμέω
εὐερμής
εὐερμία
εὐερνής
εὐερνώδης
εὔερος
εὐερωτητικός
Εὐεσπερίδες
Εὐεσπερῖται
εὐέστιος
εὐεστότερος
εὐεστώ
εὐετηρία
εὐετία
Εὐετίων
εὐετύς
εὐεύρετος
…
εὐέργημα
Save
LSJ
εὐέργ-ημα, ατος, τό, late form,
= εὐεργέτημα,
JHS
22.366 (dub. l.).
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}