εὐεργία Save LSJ Bailly 2024 Pape εὐεργ-ία· τορύνη, εὐπιστία, Hsch. (cf. ἐόργη and εὐοργία). εὐεργία, ας (ἡ) c. εὐεργεσία, Jos. A.J. 6, 11, 2. Étym. εὐεργής. εὐεργία, ἡ, = εὐεργεσία, Jos., l.d.