εὐκαταπάλαιστος
εὐκαταπάλαιστος, easy to throw in wrestling
εὐκατα-πάλαιστος [πᾰ], ον,
- easy to throw in wrestling, EM 400.5.
εὐκαταπάλαιστος, leicht niederzukämpfen, EM., Erkl. von εὐχερής.