εὐτέχνητος
εὐτέχνητος, artificially wrought
εὐτέχν-ητος, ον,
- skilfully wrought, AP 6.260 (Gemin.).
εὐ·τέχνητος, ος, ον, travaillé avec art, Anth. 6, 260.
Étym. εὖ, τεχνάομαι.
εὐτέχνητος, sehr künstlich gearbeitet, Ἔρως Gemin. 2 (VI.260).
εὐτέχνητος
εὐ-τέχνητος, ον
τεχνάομαι
- artificially wrought, Anth.