εὐτείχητος
εὐτείχ-ητος, ον, (τεῖχος)
- = εὐτείχεος, Φρυγίη h.Ven. 112.
εὐ·τείχητος, ος, ον, c. les préc. Hh. Ven. 112.
Étym. εὖ, τειχέω.
εὐτείχητος, mit guten Mauern versehen, stark ummauert, wohl befestigt, Φρυγίη H.h. Ven. 112.
εὐτείχητος
εὐ-τείχητος, ον
= εὐτείχεος, Hhymn.