θαλασσοτείχιστος Save LSJ Pape θᾰλασσο-τείχιστος, ον, gloss on ἁλιερκής, Sch. Pi. O. 8.34. θαλασσοτείχιστος, Erkl. von ἁλιερκής, Schol. Pind. Ol. 8.34.