θρησκίη Save Pape θρησκίη, ἡ, = θρησκεία ; ἡ περὶ ἱερά θ. Her. 2.18 (aber B.A. 99 wird aus derselben Stelle θρεσκεία zitiert); θρησκίας ἐπιτελεῖν μυρίας ibd. 37.