Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
θρησκώδης
LSJ
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
θρηνητής
θρηνητικός
θρηνήτρια
θρηνήτωρ
θρηνολάλος
θρηνολογέω
θρηνοποιός
θρῆνος
θρῆνυξ
θρῆνυς
θρηνῳδέω
θρηνῴδημα
θρηνώδης
θρηνῳδία
θρηνῳδικός
θρηνῳδός
θρήνωμα
Θρῇξ
θρήσασθαι
θρησκεία
θρήσκευμα
θρησκεύσιμος
θρήσκευσις
θρησκευτήριον
θρησκευτής
θρησκεύω
θρησκηΐη
θρήσκια
θρησκίη
θρῆσκος
θρησκώδης
Θρῇσσα
θρήττανον
Θρῖα
θριάζω
θριαί
Θριαί
θριαμβεία
θριαμβευτής
θριαμβευτικός
θριαμβεύω
θριαμβικός
θριαμβικῶς
θριαμβίς
θριαμβοδιθύραμβος
θρίαμβος
Θριᾶσι
Θριάσιον
Θριάσιος
θρίασις
θριαστής
θριάτιον
θριγγεῖον
θριγγίον
θριγγός
θριγκίον
θριγκός
θριγκόω
θριγκώδης
θρίγκωμα
θριγχός
…
θρησκώδης
Save
LSJ
θρησκ-ώδης, ες,
= foreg. [θρῆσκος],
Vett.Val.
104.14.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}