κάθαιμος
κάθαιμος, bloodstained, bloody
κάθαιμ-ος, ον,
- bloody, τραύματα, σῖτα, E. IT 1374, prob. in HF 383 (lyr.).
κάθ·αιμος, ος, ον [ᾰ] tout sanglant, Eur. I.T. 1374, etc.
Étym. κατά, αἷμα.
κάθαιμος, blutig, mit Blut befleckt ; τραύματα Eur. I.T. 1374 ; σῖτα Herc.Fur. 384.
κάθαιμος
κάθ-αιμος, ον
αἷμα
- bloodstained, bloody, Eur.