καθαίρω
καθαίρω, καθαίρω, purify, cleanse (verb)
- I cleanse, of things, καθήρατε δὲ κρητῆρας Od. 20.152; τραπέζας ὕδατι . . καθαίρειν 22.439; καθήραντες χρόα καλὸν ὕδατι 24.44; κ. οἰκίαν Antipho l.c., Thphr. l.c.; of wounds, Hp. Ulc. 6, al. (cf. καθαιρέω II.6): c. gen., ἵππον αὐχμηρᾶς τριχός S. Fr. 475; κ. σῖτον X. Oec. 18.6; γῆν clear of weeds, ib. 20.11, cf. PLille 5.24 (iii B.C.), etc.; χρυσόν purify, refine, Pl. Plt. 303d: metaph., purge, clear a land of monsters and robbers, S. Tr. 1012 (hex.), 1061, Plu. Thes. 7; κ. λῃστηρίων τὴν ἐπαρχίαν Id. Mar. 6: c. acc. cogn., καθαρμὸν κ. Pl. Lg. 735b:—Pass., τὴν νηδὺν ἀνασχισθεῖσαν καὶ καθαρθεῖσαν Hdt. 4.71.
- 2 in religious sense, purify, [δέπας] ἐκάθηρε θεείῳ by fumigating with sulphur, Il. 16.228; κ. τινὰ φόνου purify him from blood, Hdt. 1.44, cf. Berl.Sitzb. 1927.160 (Cyrene); Δῆλον κ. Hdt. 1.64, cf. Th. 1.8; στόλον κ., Lat. classem lustrare, App. BC 5.96: abs., IG 5(1).1390.68 (Andania, i B.C.):— Med., purify oneself, get purified, Hdt. 4.73; οἱ φιλοσοφίᾳ καθηράμενοι Pl. Phd. 114c, cf. Phdr. 243a, Cra. 396e; καθαίρεσθαι καθαρμούς Id. Lg. 868e; καθήρασθαι στόμα keep oneʼs tongue pure, A. Fr. 354:—Pass., κεκαθαρμένος καὶ τετελεσμένος Pl. Phd. 69c.
- 3 Medic., purge, evacuate, either by purgatives or emetics, κ. κάτω ἢ ἄνω Hp. Mul. 1.64 (Pass.), cf. Thphr. HP 9.11.11, etc.:—Med., κατὰ κύστιν ἐκαθήρατο Hp. Epid. 1.15:—Pass., ib. 5.2, etc.; also of menstruation, Id. Superf. 33; of the after-birth, τὰ λοχεῖα κ. Id. Mul. 1.78; καθαίρων, ὁ, name for ἶρις, Ps.-Dsc. 1.1.
- 4 prune a tree, i.e. clear it of superfluous wood, Ev.Jo. 15.2.
- 5 sift, winnow grain, PTeb. 373.10 (ii A.D.).
- 6 metaph., = μαστιγόω, Theoc. 5.119.
- II of the thing removed by purification, purge away, wash off, λύματα πάντα κάθηρεν Il. 14.171; ἐπεὶ πλῦνάν τε κάθηράν τε ῥύπα πάντα Od. 6.93; clear away, τὰ λῃστικά D.C. 37.52: metaph., φόνον κ. A. Ch. 74 (lyr.); also perh., clear up, explain an action, τὴν σύστασιν Epicur. Nat. 66G., cf. 73G.
- III c. dupl. acc., αἷμα κάθηρον . . Σαρπηδόνα cleanse him of blood, wash the blood off him, Il. 16.667:—Pass., καθαίρομαι γῆρας I am purged of old age, A. Fr. 45; ὁ καθαρθεὶς τὸν φόνον Hdt. 1.43.
1. reinigen, wassen, schoonmaken:
2. wegwassen, uitwissen:
3. overdr. zuiveren, reinigen:
Med. bes. Reinigungen im religiösen Sinne anstellen, καθαίρεσθαι τοὺς αὐτοὺς καθαρμούς Plat. Legg. IX.868e, vgl. Crat. 396e ; sich reinigen, sühnen, καθαιρόμενοι τῶν τε ἀδικημάτων διδόντες δίκας Phaed. 113d ; ὁ κεκαθαρμένος τε καὶ τετελεσμένος 69c ; ἀποπτύσαι δεῖ καὶ καθήρασθαι στόμα Aesch. bei Plut. Is. et Os. 20 ; purgieren, san.tu. p. 386.
Bei Theocr. 5.119 nach den Schol. = mit Ruten peitschen, geißeln.
[καθαρός.]
3 sing. aor. ἐκάθηρε Il. 16.228. κάθηρε Il. 14.171: Od. 18.192.
3 pl. κάθηραν Od. 6.93.
Imp. κάθηρον Il. 16.667.
Pl. καθήρατε Od. 20.152.
Nom. pl. masc. pple. καθήραντες Od. 24.44.
Infin. καθῆραι Od. 6.87.
(ἐκ-)
- 1
To clean, cleanse: κρητῆρας Od. 20.152. Cf. Od. 6.87, Od. 22.439, 453, Od. 24.44.
To purify by fumigation: δέπας ἐκάθηπε θεείῳ Il. 16.228.
Of the application of a cosmetic: κάλλεΐ οἱ προσώπατα κάθηρεν Od. 18.192.
- 2
To cleanse away, remove (impurities) Il. 14.171: Od. 6.93.
- 3
The constructions of (1) and (2) combined.
With double acc.: αἷμα κάθηρον σαρπηδόνα Il. 16.667.
- 1
el que coge las plantas purifica primero su propio cuerpo
cuando vayas a acostarte purifica tu cama con leche de burra
toma barro y purifica las jambas de la habitación en la que te mantienes puro
- Iof the person or thing purified, to make pure or clean, cleanse, clean, purge, καθήραντες χρόα ὕδατι Od.:— to purge, clear a land of monsters and robbers, Soph.
- 2in religious sense, to cleanse, purify, [δέπας ἐκάθηρε θεείωι purified it by fumigating with sulphur, Il.; καθ. τινὰ φόνου to purify him from blood, Hdt.; Δῆλον κ. Hdt.:—Mid. to purify oneself, get purified, Hdt.; οἱ φιλοσοφίαι καθηράμενοι Plat.:—so Pass., κεκαθαρμένος Hdt.
- 3to prune a tree, i. e. clear it of superfluous wood, NTest.
- 4metaph., = μαστιγόω, like our vulgar phrase "to rub down, " Theocr.
- IIof the thing removed by purification, to purge away, wash off or away, λύματα Il.; ῥύπα Od.; φόνον Aesch.
- IIIc. dupl. acc., αἷμα κάθηρον Σαρπηδόνα cleanse Sarpedon of blood, wash the blood off him, Il.:—Pass., φόνον καθαρθείς Hdt.
-
…ἐσήμηνέ οἱ. ὁ δὲ Κροῖσος τῷ θανάτῳ τοῦ παιδὸς συντεταραγμένος μᾶλλον τι ἐδεινολογέετο ὅτι μιν ἀπέκτεινε τὸν αὐτὸς φόνου ἐκάθηρε · περιημεκτέων δὲ τῇ συμφορῇ δεινῶς ἐκάλεε μὲν Δία καθάρσιον μαρτυρόμενος τὰ ὑπὸ τοῦ ξείνου πεπονθὼς εἴη ἐκάλεε δὲ ἐπίστιόν…
Herodotus, The Histories
-
…βασιληίου. παρελθὼν δὲ οὗτος ἐς τὰ Κροίσου οἰκία κατὰ νόμους τοὺς ἐπιχωρίους καθαρσίου ἐδέετο κυρῆσαι, Κροῖσος δέ μιν ἐκάθηρε. ἔστι δὲ παραπλησίη ἡ κάθαρσις τοῖσι Λυδοῖσι καὶ τοῖσι Ἕλλησι. ἐπείτε δὲ τὰ νομιζόμενα ἐποίησε ὁ Κροῖσος ,…
Herodotus, The Histories
-
…χεῖρας, ἐπικατασφάξαι μιν κελεύων τῷ νεκρῷ, λέγων τήν τε προτέρην ἑωυτοῦ συμφορήν, καὶ ὡς ἐπʼ ἐκείνῃ τὸν καθήραντα ἀπολωλεκὼς εἴη, οὐδέ οἱ εἴη βιώσιμον. Κροῖσος δὲ τούτων ἀκούσας τόν τε Ἄδρηστον κατοικτείρει, καίπερ ἐὼν ἐν…
Herodotus, The Histories
-
…θιγόντι δʼ οὔτι νυμφικῶν ἑδωλίων ἄκος, πόροι τε πάντες ἐκ μιᾶς ὁδοῦ ; προ ; βαίνοντες τὸν χερομυσῆ φόνον καθαίροντες ἴθυσαν μάταν. ἐμοὶ δʼ ἀνάγκαν γὰρ ἀμφίπτολιν θεοὶ προσήνεγκαν · ἐκ γὰρ οἴκων πατρῴων δούλιόν ; μʼ ; ἐσᾶγον…
Aeschylus, Libation Bearers
-
…Μενοιτίου ἄλκιμος υἱός. καὶ τότʼ Ἀπόλλωνα προσέφη νεφεληγερέτα Ζεύς · εἰ δʼ ἄγε νῦν φίλε Φοῖβε, κελαινεφὲς αἷμα κάθηρον ἐλθὼν ἐκ βελέων Σαρπηδόνα, καί μιν ἔπειτα πολλὸν ἀπὸ πρὸ φέρων λοῦσον ποταμοῖο ῥοῇσι χρῖσόν τʼ ἀμβροσίῃ, περὶ…
Homer, Iliad
-
…, εἰ μὴ Ζεὺς λαίλαπι παῦσεν. αὐτὰρ ἐπεί σʼ ἐπὶ νῆας ἐνείκαμεν ἐκ πολέμοιο, κάτθεμεν ἐν λεχέεσσι, καθήραντες χρόα καλὸν ὕδατί τε λιαρῷ καὶ ἀλείφατι · πολλὰ δέ σʼ ἀμφὶ δάκρυα θερμὰ χέον Δαναοὶ κείροντό τε χαίτας .…
Homer, Odyssey
-
…Κᾶρές τε ὄντες καὶ Φοίνικες · οὗτοι γὰρ δὴ τὰς πλείστας τῶν νήσων ᾤκησαν. μαρτύριον δέ · Δήλου γὰρ καθαιρομένης ὑπὸ Ἀθηναίων ἐν τῷδε τῷ πολέμῳ καὶ τῶν θηκῶν ἀναιρεθεισῶν ὅσαι ἦσαν τῶν τεθνεώτων ἐν τῇ νήσῳ, ὑπὲρ ἥμισυ…
Thucydides, The Peloponnesian War
-
…θεὸς ἄλλος ἀνῷγεν · ἔνθʼ ἥ γʼ εἰσελθοῦσα θύρας ἐπέθηκε φαεινάς. ἀμβροσίῃ μὲν πρῶτον ἀπὸ χροὸς ἱμερόεντος λύματα πάντα κάθηρεν, ἀλείψατο δὲ λίπʼ ἐλαίῳ ἀμβροσίῳ ἑδανῷ, τό ῥά οἱ τεθυωμένον ἦεν · τοῦ καὶ κινυμένοιο Διὸς κατὰ χαλκοβατὲς…
Homer, Iliad
-
…ποιπνύσασαι, ῥάσσατέ τʼ, ἔν τε θρόνοις εὐποιήτοισι τάπητας βάλλετε πορφυρέους · αἱ δὲ σπόγγοισι τραπέζας πάσας ἀμφιμάσασθε, καθήρατε δὲ κρητῆρας καὶ δέπα ἀμφικύπελλα τετυγμένα · ταὶ δὲ μεθʼ ὕδωρ ἔρχεσθε κρήνηνδε, καὶ οἴσετε θᾶσσον ἰοῦσαι. οὐ…
Homer, Odyssey
-
…εἵματα χερσὶν ἕλοντο καὶ ἐσφόρεον μέλαν ὕδωρ, στεῖβον δʼ ἐν βόθροισι θοῶς ἔριδα προφέρουσαι. αὐτὰρ ἐπεὶ πλῦνάν τε κάθηράν τε ῥύπα πάντα, ἑξείης πέτασαν παρὰ θῖνʼ ἁλός, ἧχι μάλιστα λάιγγας ποτὶ χέρσον ἀποπλύνεσκε θάλασσα. αἱ δὲ…
Homer, Odyssey