Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
καθαιρετικῶς
Bailly 2024
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
κάδμος
Κάδοι
καδοποιός
κάδος
κᾶδος
Καδούσιοι
καδύτας
Κάδυτις
κάδω
Κάδωλοι
Κάειρα
καείς
κάζω
κάη
καήμεναι
καθά
καθαγιάζω
καθαγίζω
καθαγισμός
καθαγνίζω
καθαιμακτός
καθαιμάσσω
καθαιματόω
καθαιμάττω
κάθαιμος
Καθαῖοι
καθαίρεσις
καθαιρετέος
καθαιρέτης
καθαιρετικός
καθαιρετικῶς
καθαιρετός
καθαιρέω
καθαίρω
κάθακα
καθάλλομαι
κάθαλμα
καθαλμάω
καθαλμής
κάθαλος
καθαμαξεύω
καθαμέριος
κάθαμμα
καθαμματίζω
καθαμμίζω
καθανύτω
καθανύω
καθάπαν
καθάπαξ
καθάπερ
καθαπερανεί
καθαπερεί
καθαπλόω
καθαπτής
καθαπτικός
καθάπτομαι
καθαπτός
καθάπτω
καθάρβυλος
καθάρειος
καθαρειότης
…
καθαιρετικῶς
Save
Bailly 2024
καθαιρετικῶς
[
ᾰ
]
adv.
de manière à détruire,
Orig.
1, 720 Migne
.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}