About Report a problem

Menu

καθαιρετέος

καθαιρετέος, to be put down

καθαιρ-ετέος, α, ον,
  • to be put down, Th. 1.118.
    • II καθαιρετέον one must put down, overthrow, κ. καὶ καταγωνιστέον τινάς Aristid. 1.445J.; κ. ἐξ ἀκροπόλεως τὴν τυραννίδα Them. Or. 21.256a.

Saved

Recent