καθαιρέω
καθαιρέω, to take down
- take down, καθείλομεν ἱστία Od. 9.149; κὰδ δʼ ἀπὸ πασσαλόφι ζυγὸν ᾕρεον Il. 24.268; κ. ἄχθος take it down, i.e. off oneʼs shoulders, Ar. Ra. 10; κ. τὸ σημεῖον And. 1.36; κ. τῶν ἐκ τῆς στοᾶς ὅπλων some of them, X. HG 5.4.8; κ. εἰκόνα ἐξ ἀκροπόλεως Lycurg. 117; κ. τινά, from the cross, Plb. 1.86.6, Ph. 2.529:—Med., κατελέσθαι τὰ τόξα take down oneʼs bow, Hdt. 3.78; τοὺς ἱστούς Plb. 1.61.1.
- 2 put down, close the eyes of the dead, ὄσσε καθαιρήσουσι θανόντι περ Il. 11.453; ὀφθαλμοὺς καθελοῦσα Od. 24.296; χερσὶ κατʼ ὀφθαλμοὺς ἑλέειν 11.426.
- 3 of sorcerers, bring down from the sky, σελήνην Ar. Nu. 750, Pl. Grg. 513a.
- 4 κατά με πέδον γᾶς ἕλοι may earth swallow me! E. Supp. 829 (lyr.).
- II put down by force, destroy, ὅτε κέν μιν μοῖρʼ ὀλοὴ καθέλῃσι Od. 2.100, 19.145, cf. 3.238, etc.; μὴ καθέλοι μιν αἰών Pi. O. 9.60; φῶτʼ ἄδικον καθαιρεῖ A. Ag. 398 (lyr.); μοῖρα τὸν φύσαντα καθεῖλε S. Aj. 517, cf. E. El. 878 (lyr.), etc.; kill, slay, ταῦρον ib. 1143, cf. Stesich. 23, S. Tr. 1063, Fr. 205; ἐάν τις ἀποκτείνῃ . . ἐν ὁδῷ καθελών Lex ap. D. 23.53:—Pass., of criminals, to be executed, Plu. Them. 22.
- 2 put down, reduce, κ. Κῦρον καὶ τὴν Περσέων δύναμιν Hdt. 1.71, etc.; καθαιρεθῆναι, opp. ἀρθῆναι, D. 2.8; esp. depose, dethrone, Hdt. 1.124, etc.; κ. τὸ λῃστικὸν ἐκ τῆς θαλάσσης remove it utterly from . ., Th. 1.4, cf. POxy. 1408.23 (iii A.D.); κ. ὕβριν τινός Hdt. 9.27, LXX Za. 9.6; ὄλβον S. Fr. 646.4; ὑπερηφάνους Aristeas 263:—Pass., καθῃρημένος τὴν αἴσθησιν bereft of sense, Plu. Per. 38; καθαιρεῖσθαι τῆς μεγαλειότητος [Ἀρτέμιδος] Act.Ap. 19.27.
- 3 raze to the ground, demolish, πόλεις Th. 1.58, al., LXX Is. 14.17; τείχη Pl. Mx. 244c; τῶν τειχῶν a part of the walls, X. HG 4.4.13:—Pass., Th. 5.39, etc.; καθῃρέθη . . Οἰχαλία δορί S. Tr. 478.
- 4 cancel, rescind, τὸ Μεγαρέων ψήφισμα Th. 1.140, cf. 139, Plu. Per. 29; ἔργον κ. λόγῳ Philem. 140.
- 5 as law-term, condemn, ἡ καθαιροῦσα ψῆφος a verdict of guilty, Lys. 13.37: c. inf., ἐμὲ πάλος καθαιρεῖ . . λαβεῖν S. Ant. 275; so prob. κατά με . . Ἀΐδας ἕλοι πατρὶ ξυνθανεῖν Id. OC 1689 (lyr.), cf. E. Or. 862; simply, decide, ὅ τι ἂν αἱ πλείους ψῆφοι καθαιρῶσι D.H. 7.36, 39; in book-keeping, ἃν καθαιρῶσιν αἱ ψῆφοι whatever the counters (or accounts) prove, prob. in D. 18.227.
- 6 reduce, τῶν αὐξανομένων καὶ καθαιρουμένων γραμμῶν Arist. Ph. 237b9; τοῦ ἀποστήματος πεφυκότος ἐπὶ πολὺ καθαιρεῖν τὰ μεγέθη Phld. Sign. 9; of mild caustics, τὰ ὑπερσαρκέοντα καθαιρεῖ (prob. for καθαίρει) Hp. Ulc. 14, cf. Gal. 11.756; τὸ σῶμα κ. διαίταις Plu. Ant. 53: Rhet., minimize, Arist. Rh. 1376a34.
- III overpower, seize, κὰδ δέ μιν ὕπνος ᾕρει Od. 9.372; κ. τινά overtake, X. Cyr. 4.3.16; κ. τινὰ ἐν ἀφροσύνῃ catch in the act of folly, S. Ant. 383 (anap.): c. gen. partis, κ. τῶν ὤτων seize by . ., Theoc. 5.133:—Pass., κ. ὑπό τινος Hdt. 6.29.
- IV fetch down as a reward or prize, καθαιρεῖν ἀγῶνας Plu. Pomp. 8: metaph., achieve, ἀγώνιον . . εὖχος ἔργῳ καθελών Pi. O. 10(11).63: fut. inf. καθαρεῖν, παστόν, μίτραν, Epigr. in Berl.Sitzb. 1894.908 (Asia Minor):—Med., φόνῳ καθαιρεῖσθʼ, οὐ λόγῳ, τὰ πράγματα E. Supp. 749:—Pass., Hdt. 7.50.
- V less freq. like the simple αἱρεῖν, take and carry off, Id. 6.41, cf. 5.36 (Pass.). Cf. καθαίρω.
1. neerhalen, naar beneden halen:
2. neerhalen, afbreken:
3. grijpen, zich meester maken van, overmeesteren:
Med. für sich herab-, herunternehmen, τὰ τόξα Her. 3.78 ; ἱστούς Pol. 1.61.1 u. Sp. – Ein fut. καθελῶ hat Antiphil. 15 (Plan. 334).
[καθ-, κατα- 1, κατα- 5.]
3 pl. fut. καθαιρήσουσι Il. 11.453.
1 pl. aor. καθείλομεν Od. 9.149.
3 sing. subj. καθέλῃσι Od. 2.100, Od. 3.238, Od. 19.145, Od. 24.135.
Fem. pple. καθελοῦσα Od. 24.296.
- 1
To lower (a sail) Od. 9.149.
- 2
To close (the eyes of the dead) Il. 11.453: Od. 24.296.
- 3
To seize, take. Of fate Od. 2.100=Od. 3.238=Od. 19.145=Od. 24.135.
- 1
- a destroy ἔνεικεν Λοκρῷ, μὴ καθέλοι μιν αἰὼν πότμον ἐφάψαις ὀρφανὸν γενεᾶς O. 9.60 χερσὶ δʼ ἄρα Κρονίων ῥίψαις διʼ ἀμφοῖν ἀμπνοὰν στέρνων κάθελεν ὠκέως P. 3.57
- b seize, i. e. achieve ἀγώνιον ἐν δόξᾳ θέμενος εὖχος, ἔργῳ καθελών O. 10.63
Strong 2507
1. to take down: c. acc. pers. (the technical term for removal after crucifixion, Field, Notes, 44), Mk 15:36, 46, Lk 23:53, Ac 13:29.
2. to put down by force, pull down, destroy: ἀποθήκας, Lk 12:18 (opp. to οἰκοδομεῖν); δυνάστας, Lk 1:52; ἔθνη, Ac 13:19; pass., Ac 19:27 (diminished, Field, Notes, 129 f.); fig., to refute: λογισμούς, II Co 10:5.†
- Ito take down, καθείλομεν ἱστία we lowered sail, Od.; κ. ἄχθος to take a load down, i. e. off oneʼs shoulders, Ar.:—Mid., καταιρεῖσθαι τὰ τόξα to take down oneʼs bow, Hdt.
- 2to put down or close the eyes of the dead, Hom.
- 3of sorcerers, to bring down, Lat. caelo deducere, σελήνην Ar., Plat.
- 4κατά με πέδον γᾶς ἕλοι (in tmesi) may earth swallow me! Eur.
- IIto put down by force, destroy, Od., Trag.: simply to kill, slay, Eur.
- 2in a milder sense, to put down, reduce, Hdt., Dem., etc.: to depose, dethrone, Hdt.; κ. τὸ λῃστικόν to remove it utterly, Thuc.
- 3to rase to the ground, pull down, τὰς πόλεις Thuc.; τῶν τειχῶν a part of the walls, Xen.
- 4to cancel, rescind, τὸ ψήφισμα Thuc.
- 5as Attic law-term, to condemn, Soph.
- 6to reduce in flesh, Plut.
- IIIto overpower, seize, κὰδ δέ μιν ὕπνος ᾕρει (in tmesi) Od.; καθ. τινὰ ἐν ἀφροσύνῃ to catch in the act of folly, Soph.: c. gen. partis, κ. τῶν ὤτων to seize by the ears, Theocr.
- IVto fetch down as a reward or prize, καθαιρεῖν ἀγῶνα or ἀγώνισμα Plut.: metaph. to achieve, Pind.; so in Mid., φόνῳ καθαιρεῖσθʼ, οὐ λόγῳ, τὰ πράγματα Eur.; in Pass., Hdt.
- Vmore rarely like the simple αἱρέω, to take and carry off, seize, Hdt.
-
…γάρ μοι δοκοῦσιν ἴσου ἄξιοι γεγενῆσθαι · ὁ μὲν γὰρ Λακεδαιμονίων ἀκόντων ᾠκοδόμησεν αὐτά, οὗτος δὲ τοὺς πολίτας ἐξαπατήσας καθεῖλε. περιέστηκεν οὖν τῇ πόλει τοὐναντίον ἢ ὡς εἰκὸς ἦν. ἄξιον μὲν γὰρ ; ἦν ; καὶ τοὺς φίλους…
Lysias, Speeches
-
…ἀπώλεσε, φάσκων πρᾶγμα ηὑρηκέναι μέγα καὶ πολλοῦ ἄξιον. ὑπέσχετο δὲ εἰρήνην ποιήσειν μήτε ὅμηρα δοὺς μήτε τὰ τείχη καθελὼν μήτε τὰς ναῦς παραδούς · ταῦτα δὲ εἰπεῖν μὲν οὐδενὶ ἠθέλησεν, ἐκέλευσε δὲ αὑτῷ πιστεύειν. ὑμεῖς δέ ,…
Lysias, Speeches
-
…ὑμῶν ἀφείλοντο, ἀλλὰ τείχη τοιαῦτα εἷλον οἷα τῆς ἑαυτῶν πατρίδος κατέσκαψαν ; οἵτινες καὶ τὰ περὶ τὴν Ἀττικὴν φρούρια καθεῖλον, καὶ ὑμῖν ἐδήλωσαν ὅτι οὐδὲ τὸν Πειραιᾶ Λακεδαιμονίων προσταττόντων περιεῖλον, ἀλλʼ ὅτι ἑαυτοῖς τὴν ἀρχὴν οὕτω βεβαιοτέραν ἐνόμιζον…
Lysias, Speeches
-
…καίτοι σφόδρʼ ἂν αὐτὸν οἶμαι μετὰ Θεμιστοκλέους πολιτευόμενον προσποιεῖσθαι πράττειν ὅπως οἰκοδομηθήσεται τὰ τείχη, ὁπότε καὶ μετὰ Θηραμένους ὅπως καθαιρεθήσεται. οὐ γάρ μοι δοκοῦσιν ἴσου ἄξιοι γεγενῆσθαι · ὁ μὲν γὰρ Λακεδαιμονίων ἀκόντων ᾠκοδόμησεν αὐτά, οὗτος δὲ τοὺς…
Lysias, Speeches
-
…τὰ δʼ εἰσιόντες ἐμίαινον, ὑπέρ τε τῆς πόλεως, ἣν μικρὰν ἐποίουν, ὑπέρ τε τῶν νεωρίων, ἃ καθεῖλον, καὶ ὑπὲρ τῶν τεθνεώτων, οἷς ὑμεῖς, ἐπειδὴ ζῶσιν ἐπαμῦναι οὐκ ἐδύνασθε, ἀποθανοῦσι βοηθήσατε. οἶμαι δʼ…
Lysias, Speeches
-
…καθιστᾶσι, πρόφασιν μὲν ὅτι οὐκ ἦλθεν εἰς τὰ ὅπλα ἀναπαυσόμενος, τὸ δʼ ἀληθὲς ὅτι ἀντεῖπεν ὑπὲρ ὑμῶν μὴ καθαιρεῖν τὰ τείχη. ἐκείνῳ μὲν οὖν δικαστήριον παρασκευάσαντες καὶ εἰσελθόντες οἱ βουλόμενοι ὀλιγαρχίαν καταστήσασθαι ἀπέκτειναν ἐν τῇ προφάσει ταύτῃ .…
Lysias, Speeches
-
…γάρ τοι μεγάλην μὲν ἀντὶ μικρᾶς ἀπέδειξαν τὴν πόλιν, ὁμονοοῦσαν δὲ ἀντὶ στασιαζούσης ἀπέφηναν, τείχη δὲ ἀντὶ τῶν καθῃρημένων ἀνέστησαν. οἱ δὲ κατελθόντες αὐτῶν, ἀδελφὰ τὰ βουλεύματα τοῖς ἔργοις τῶν ἐνθάδε κειμένων ἐπιδεικνύντες, οὐκ ἐπὶ τιμωρίαν…
Lysias, Speeches
-
…φθῆ σε τέλος θανάτοιο κιχήμενον, οὐδʼ ὑπάλυξας. ἆ δείλʼ οὐ μὲν σοί γε πατὴρ καὶ πότνια μήτηρ ὄσσε καθαιρήσουσι θανόντι περ, ἀλλʼ οἰωνοὶ ὠμησταὶ ἐρύουσι, περὶ πτερὰ πυκνὰ βαλόντες. αὐτὰρ ἔμʼ, εἴ κε θάνω ,…
Homer, Iliad
-
…. κατὰ μέν νυν τὸν κρητῆρα οὕτω ἔσχε. Κροῖσος δὲ ἁμαρτὼν τοῦ χρησμοῦ ἐποιέετο στρατηίην ἐς Καππαδοκίην, ἐλπίσας καταιρήσειν Κῦρόν τε καὶ τὴν Περσέων δύναμιν. παρασκευαζομένου δὲ Κροίσου στρατεύεσθαι ἐπὶ Πέρσας, τῶν τις Λυδῶν νομιζόμενος καὶ πρόσθε…
Herodotus, The Histories
-
…βουλῇ Λακεδαιμονίοις κράτιστον εἶναι ἐφʼ οἷς προυκαλοῦντο εἰρήνην ποιεῖσθαι, ἐδέθη · προυκαλοῦντο δὲ τῶν μακρῶν τειχῶν ἐπὶ δέκα σταδίους καθελεῖν ἑκατέρου · ἐγένετο δὲ ψήφισμα μὴ ἐξεῖναι περὶ τούτων συμβουλεύειν. τοιούτων δὲ ὄντων Θηραμένης εἶπεν ἐν ἐκκλησίᾳ ὅτι εἰ…
Xenophon, Hellenica