About Report a problem

Menu

καθαιρετός

καθαιρετός, to be taken

καθαιρ-ετός, ή, όν,
  • able to be achieved, ὃ ἐκεῖνοι ἐπιστήμῃ προύχουσι, καθαιρετὸν ἡμῖν ἐστὶ μελέτῃ Th. 1.121 (v.l. καθαιρετέον, but cf. D.C. Fr. 43.11).

Saved

Recent