κάκιστος Save LSJ Bailly 2024 Grieks Nederlands Pape κάκιστος, κᾰκίων, v. κακός. κακίω, v. κηκίω. κάκιστος, sup. de κακός. κάκιστος superl. van κακός. κάκιστος, Superl. zu κακός.