κακκάβιον
κακκάβ-ιον, τό, Dim. of κακκάβη (A), Eub. 38, Orib. 5.33.3 (κάκκαβ-βιν), PLond. 5.1657.6 (iv A. D.): also κακάβιν Aët. 1.130.
κακκάβιον, ου (τὸ) [ᾰβ] petite marmite, Eur. (Ath. 169f) ; Orib. 1, 432 B.-Dar.
Étym. κακκάβη.
κακκάβιον, τό, dim. von κακκάβη 2, Eubul. Ath. IV.169f.