κακίζομαι
κακίζομαι, play the coward
κακίζομαι
[κακός.]
To play the coward: οὔ ἑ κακιζόμενόν γε κατέκτα Il. 24.214.
κακίζομαι : play the coward, Il. 24.214†.
κακίζομαι, play the coward
[κακός.]
To play the coward: οὔ ἑ κακιζόμενόν γε κατέκτα Il. 24.214.