κακοεξία Save LSJ Bailly 2024 κᾰκο-εξία, ἡ, (ἔχω) = καχεξία, ἐπὶ κ. f.l. for καρδίᾳ in LXX Si. 19.5. κακο·εξία, ας (ἡ) [κᾰ] c. καχεξία, Spt. Sir. 19, 5.