κακοδαιμοσύνη
κᾰκοδαιμ-οσύνη, ἡ,
- = κακοδαιμονία II, Hippod. ap. Stob. 4.1.95, Ael. Fr. 110.
κακοδαιμοσύνη, ης (ἡ) [ᾰ] malheur, Hippodam. (Stob. Fl. 43, 94).
Étym. κακοδαίμων.
κακοδαιμοσύνη, ἡ, das Unglück ; Hippodam. Stob. fl. 43.94 ; Man. 4.462.