κακοδιαιτησία
κακοδιαιτησία, bad habit of life
κᾰκο-δῐαιτησία, ἡ,
- bad habit of life, Sor. 1.92.
κακο·διαιτησία, ας (ἡ) mauvais régime, Sor. Obst. p. 143 Erm.
Étym. κ. διαιτάω.
κακοδιαιτησία, bad habit of life