καράμβιος
καράμβιος, ὁ,
- = κάραβος I, prob. in Ar.Byz. Epit. 9.11, v.l. in Arist. HA 551b17.
καράμβιος, ου (ὁ) c. κάραβος, Arstt. H.A. 5, 19, 12.
καράμβιος, ὁ, = κάραβος 1, v.l. bei Arist. H.A. 5.19.