κατάλεγμα
κατάλεγμα, dirge
κατάλεγμα, ατος, τό,
- dirge, Sm. Ez. 2.10, Al. Is. 16.9.
κατάλεγμα, ατος (τὸ) chant funèbre, Symm. Ezech. 2, 10, etc. ; Chrys. 4, 631, etc. (καταλέγω 1).
κατάλεγμα, τό, Klagelied um einen Toten, Sp.