κατάλειπτος
κατάλειπτος, anointed
κατ-άλειπτος [ᾰλ], ον,
- anointed, σμύρνῃ Ar. Eq. 1332; μύρῳ Id. Pax 862.
κατάλειπτος, ος, ον, oint, enduit, Ar. Eq. 1332, Pax 862.
Étym. καταλείφω.
κατάλειπτος, besalbt, σμύρνῃ, μύρῳ, Ar. Eq. 1332, Pax 862.
κατάλειπτος
from καταλείβω
κατ-άλειπτος, ον
- anointed, Ar.