καταλαμβάνω
καταλαμβάνω, καταλαμβάνω, come across, overtake (verb)
- seize, lay hold of, c. acc., τοῦ κατὰ νῶτα λαβών Od. 9.433, cf. Ar. Lys. 624, etc.; κατέλαβε τὴν ἀκρόπολιν Th. 1.126, cf. Hdt. 5.71, Ar. Lys. 263 (lyr., tm.), Isoc. 4.153, etc. (metaph., τὴν τοῦ νέου τῆς ψυχῆς ἀκρόπολιν κ. Pl. R. 560b); πάντα φυλακαῖς κ. Plu. Per. 33; κ. ἕδρας Ar. Ec. 21, 86; φάσκων Ποσειδῶ πρότερον Ἀθηνᾶς καταλαβεῖν αὐτήν (sc. τὴν πόλιν) Isoc. 12.193; later, simply, arrive at a place, POxy. 1829 (vi A. D.), etc.:—Med., seize for oneself, τὰ πρήγματα Hdt. 6.39; τὰ ἄλλοι οὐ κατελάβοντο matters which others had not preoccupied, ib. 55: freq. in Plb., κ. λόφον 1.19.5, al.:—Pass., of a person, ὑπὸ τοῦ θεοῦ καταληφθείς possessed, Plot. 5.8.11.
- 2 of death, fatigue, disaster, etc., τὸν δὲ κατʼ ὄσσε ἔλλαβε . . θάνατος Il. 5.82; Ἄργον . . κατὰ μοῖρʼ ἔλαβεν . . θανάτοιο Od. 17.326: c. dupl. acc., εὖτʼ ἄν μιν κάματος κατὰ γυῖα λάβῃσιν 1.192; Δίκη καταλήψεται ψευδῶν τέκτονας Heraclit. 28; befall, overtake, συμφορὰ κ. πόλεις E. Hipp. 1161: freq. in Hdt., θεῖα πρήγματα καταλαμβάνει τοὺς αἰελούρους 2.66; πένθεα μεγάλα τοὺς Αἰγυπτίους κ. ibid., cf. 3.42; ὅσα φεύγοντας ἐκ τῆς πατρίδος κακὰ ἐπίδοξα καταλαμβάνειν may be expected to befall them, 4.11; ἤν τι καταλαμβάνῃ νεώτερον τὸν πεζόν 8.21: folld. by inf., νοῦσός τινα κ. νοσῆσαι 3.149, cf. 3.75; πρίν τι ἀνήκεστον ἡμᾶς κ. Th. 4.20; κίνδυνος κ. τινά D. 18.99; rarely of good fortune, τοῦτον κατέλαβε εὐτυχίη τις Hdt. 3.139.
- 3 seize with the mind, comprehend, Pl. Ax. 370a, Chrysipp.Stoic. 2.39, Plb. 8.2.6, Ev.Jo. 1.5 (perh. overcome); κάλλος διὰ τῆς [ὄψεως] Pl. Phdr. 250d; ἐκ τοῦ φάσματος ὅτι . . D.H. 5.46, cf. Arr. Epict. 1.5.6:—so in Med., D.H. 2.66, S.E. M. 7.288; ὅτι . . Act.Ap. 4.13; τί τὸ πλάτος Ep.Eph. 3.18:— Pass., Phld. Sign. 22, Mus. p.62K., Numen. ap. Eus. PE 14.8.
- 4 accept, παρὰ τοῦ βασιλέως . . δωροδοκήματα dub. l. in Pl.Com. 119.1 (κᾆτʼ ἔλαβον Mein.).
- II catch, overtake, come up with, τοὺς φεύγοντας Hdt. 1.63, cf. 2.30, etc.:—Pass., Id. 7.211, Plb. 1.47.8.
- 2 find on arrival, c. part., τινὰ ζῶντα Hdt. 3.10; τὰ πλεῖστα . . προειργασμένα Th. 8.65; πάντα ἔξω Id. 2.18; ἀνεῳγμένην τὴν θύραν Pl. Smp. 174d; τοὺς ἄρχοντας ἐξιόντας D. 21.85; τινὰ ἔνδον Pl. Prt. 311a; τῶν φορτίων πολλὴν ἀπρασίαν D. 34.8; τι ὑπάρχον Arist. Top. 131a29; detect, ἐπʼ αὐτοφώρῳ ἐμαυτόν Pl. Ap. 22b:—Pass., κατελήφθη σοῦ λάθρᾳ πωλῶν τὰ σά E. Cyc. 260, cf. Ev.Jo. 8.3, etc.; κατείληπτο σοφιζόμενος D. 21.164; to be taken by surprise, Plu. Publ. 20.
- III impers., καταλαμβάνει τινά c. inf., it happens to one, it is oneʼs fortune to . ., καταλαμβάνει μιν φεύγειν Hdt. 2.152, cf. 3.118; καταλελάβηκέ με . . τοῦτο . . ἐκφῆναι Id. 3.65, cf. 4.105, 6.38.
- IV abs., πρὸς τὴν καταλαβοῦσαν συμφορήν that had befallen, Id. 4.161; τὰ καταλαβόντα, = τὰ συμβάντα, what had happened, the circumstances, Id. 9.49; ἢν πόλεμος καταλάβῃ Th. 2.54, cf. 18; εἰ -λαμβάνοι ἀναχώρησις Id. 4.31; τῆς νυκτὸς -λαμβανούσης as night was coming on, D.S. 20.86; χειμῶνος ἤδη -λαμβάνοντος Hdn. 7.2.9.
- V hold down, cover, τῇ χειρὶ τὸν ὀφθαλμόν Pl. Tht. 165b; τὰς χεῖρας Plu. Sert. 26; fasten down, κ. πῶμα γόμφοις Id. Isid. 2.356c, cf. Gal. 13.358 (so in Med., D.S. 3.37):—Pass., to be compressed, opp. διαλύεσθαι, Arist. Pr. 870b11; τὰς φλέβας -λαμβανόμενοι Id. Somn.Vig. 455b7.
- 2 keep under, repress, check, κ. τινῶν αὐξανομένην τὴν δύναμιν Hdt. 1.46; κ. τὸ πῦρ get it under, ib. 87; ἴσχε καὶ κ. σεωυτόν Id. 3.36; κ. τὰς διαφοράς put an end to them, Id. 7.9.β; κ. ἐρίζοντας stop their quarrelling, Id. 3.128: folld. by inf., κ. τοὺς Αἰγυπτίους ταῦτα μὴ ποιέειν Id. 2.162; ὁ τῶν Περσέων θάνατος καταλαμφθεὶς ἐσιγήθη inquiries about their death being checked . . , Id. 5.21.
- b κ. τὸ πνεῦμα hold the breath, Gal. 6.176, al.
- 3 bind, κ. πίστι καὶ ὁρκίοισι Hdt. 9.106; ὅρκοις Th. 4.86, etc.:—Pass., εἴ τινι -λέλαμμαι ὅρκῳ SIG 360.41 (Chersonesus); νόμοις, ἔθεσι κατειλημμένα enforced, Arist. Pol. 1324b22; ζημίαις Pl. Lg. 823a; [τὰς σπονδὰς] ηὗρε κατειλημμένας he found the treaty concluded, Th. 5.21 codd.
- 4 compel, constrain one to do, c. inf., ἀναγκαίη μιν κ. φαίνειν forces him to bring out the truth, Hdt. 3.75:—Pass., ἀναγκαίῃ καταλαμβανόμενος being constrained, Id. 2.65, cf. Th. 7.57.
- 5 convict, condemn, Antipho 2.4.11; opp. ἀπολύειν, Id. 4.4.9; ἐὰν καταληφθεὶς ἀποθάνω Id. 2.2.9, cf. IG 12(2).526A20 (Eresus, iv B. C.); of the prosecutor, secure a conviction, Rev.Phil. 1928.192 (Erythrae, v B. C.); ὁ -λαβών SIG 578.58 (Teos, ii B. C.), etc.
1. met pers. als subj.
a. vastpakken, grijpen:
b. grijpen, inhalen, oppakken:
c. overdr. bevatten, begrijpen:
2. met zaak als subj., overdr. (be)dwingen, bevangen:
3. onpers.
1) ergreifen, erfassen, festhalten ; τοῦ κατὰ νῶτα λαβών Od. 9.43, öfter in tmesi ; von der Krankheit, κατέλαβε νοῦσός μιν, Her. 3.149 ; Sp.; καταλαμβανόμενος ὑπὸ πολεμίων Plat. Legg. XII.944c ; τῇ χειρὶ τὸν ὀφθαλμόν, zuhalten, Theaet. 165b ; – einnehmen, besetzen, κατέλαβε τὴν ἀκρόπολιν ὡς ἐπὶ τυραννίδι Thuc. 1.126 ; Ar. Lys. 263 ; übertr., κατέλαβον τὴν τοῦ νέου τῆς ψυχῆς ἀκρόπολιν Plat. Rep. VIII.560b ; Pol. 3.104.3 u. A.; ὁ δὲ Πειραιεὺς ἦν κατειλημμένος Isocr. 18.17 ; στρατόπεδον, ein Lager beziehen, Thuc. 2.81 ; πάντα φυλακαῖς, besetzen, Plut. Pericl. 33. – Auch im med., für sich einnehmen, κατελάβετο τὴν πόλιν Pol. 1.58.2, öfter ; so τὰ πρήγματα Her. 6.39 ; selbst perf. so, κατειλημμένων τὴν πέτραν τῶν βαρβάρων DS. 17.85 ; aber Andoc. 1.19 liest Bekker λαμβανόμενος τῶν γονάτων für die vulg. καταλ. – Aehnl. ἕδρας καταλαβεῖν, Platz nehmen, Ar. Eccl. 86 ; θέαν καταλαμβάνειν, einen Platz zum Schauen einnehmen, Luc. salt. 5 ; – Μιλτιάδεα τὰ πρήγματα καταλαμψόμενον ἀποστέλλουσι, daß er den Oberbefehl übernehme, Her. 6.39, der es auch von Schriftstellern braucht, vorwegnehmen, früher erzählen, τὰ δὲ ἄλλοι οὐ κατελάβοντο, τουτέων μνήμην ποιήσομαι 6.55 ; – χρήματα, mit der Nebenbdtg des Wegnehmens, Ar. Lys. 624.
2) festhalten, zurückhalten, hemmen ; καταλαβεῖν αὐξανομένην τὴν δύναμιν Κύρου Her. 1.46 ; τὸ πῦρ 1.87 ; ἴσχε καὶ καταλάμβανε σεωυτόν, halte dich zurück, 3.36 ; τὰς διαφοράς 7.9.2, Streitigkeiten beilegen ; auch ἐρίζοντας, 3.128, die Streitenden beschwichtigen ; pass., ὁ τῶν Περσέων θάνατος οὕτω καταλαμφθεὶς ἐσιγήθη 5.21, er wurde unterdrückt u. verschwiegen ; ἤ που ὑπὸ φυγῆς καταληφθέν, irgendwo zurückgehalten, Plat. Rep. VI.496b. – Erzwingen, befehlen, ἀνάγκη κατείληφεν Plat. Legg. VII.814d ; τὰ ταῖς ζημίαις ὑπὸ νόμων κατειλημμένα 823a ; – πίστι καὶ ὁρκίοισι καταλαβόντες αὐτούς, sie durch Eide verpflichtend, bindend, Her. 9.106 ; Thuc. 4.86 ; ὅρκῳ κατειλημμένοι 1.9 ; εὗρε τὰς σπονδὰς κατειλημμένας, festgestellt, im Ggstz von μετακινητὴ ὁμολογία, 5.21 ; Sp. öfter, wie Dion.Hal. 3.24 Luc. D.Mar. 10.1. – Den Schuldigen ergreifen, verurteilen u. bestrafen, Ggstz von ἀφεῖναι, Antiph. 2 δ 11, von ἀπολύω, 4 δ 9 ; καταλαμβάνεσθαι ὑπὸ τῶν νόμων 4 γ 2 u. öfter.
3) ergreifen, ertappen, betreffen, finden ; καταλαμβάνομεν τὸν Σωκράτη ἄρτι λελυμένον Plat. Phaed. 59e ; ἀνεῳγμένην καταλ. τὴν θύραν Symp. 174d ; κατελάβομεν περιπατοῦντα Prot. 314e, wir trafen ihn beim Spazierengehen ; ὡς ἐπʼ αὐτοφώρῳ καταληψόμενος ἐμαυτὸν ἀμαθέστερον ἐκείνων ὄντα Apol. 22b ; καταλαβὼν ἐν Βοσπόρῳ μοχθηρὰ τὰ πράγματα καὶ τῶν φορτίων πολλὴν ἀπρασίαν Dem. 34.8 ; τὴν Σπάρτην ἔρημον Pol. 9.8.5 ; φεῦγε, πρὶν τὸν τοξότην ἥκοντα καταλαβεῖν Ar. Thesm. 1209 ; Eur. Cycl. 259 κατελήφθη πωλῶν τὰ σά ; Luc. Alex. 37 hat so auch das med. – Beim Aufnehmen eines Inventariums vorfinden, Inscr. 160 ; vgl. Böckh Att. Seew. p. 8.
4) mit dem Geiste erfassen, auffassen, begreifen ; κατειλήφαμεν αὐτὸ διὰ τῆς ἐνεργεστάτης αἰσθήσεως Plat. Phaedr. 250d ; Phil. 16d ; Sp., wie Pol. 8.4.6 ; ἐκ τούτου κατέλαβον τοῦ φάσματος, ὅτι νίκην αὐτοῖς σημαίνει τὸ δαιμόνιον Dion.Hal. 5.46 ; auch im med., 2.66.
5) wie bes. von unglücklichen Ereignissen (s. 1), die plötzlich über Einen kommen, gesagt wird εἰ δέ τινας ξυμφορὰ καταλαμβάνοι, Plat. Legg. IX.873a, öfter, vgl. Eur. Hipp. 1161, κίνδυνος Dem. 18.99, Sp., so ist καταλαβοῦσα ξυμφορή ein eintreffendes Unglück, Her. 4.161, u. so öfter ; begegnen, treffen, τὸν πατέρα κατέλαβε πρῆγμα τοιόνδε 9.93 ; εἰ ὑμέας καταλελάβηκε ἀδύνατόν τι 9.60 ; πρίν τι ἀνήκεστον ἡμᾶς καταλαβεῖν Thuc. 4.20 ; καταλελάβηκέ με τοῦτο εἰς ὑμέας ἐκφῆναι, es traf mich, ich fühlte mich gedrungen, euch dies kund zu tun, Her. 3.65 ; ἕνα κατέλαβε ὑβρίσαντα τάδε ἀποθανεῖν, es traf sich, daß er starb, eigtl. den Einen ergriff das Sterben, 3.118, vgl. 4.105, 6.38 ; τὰ καταλαβόντα, was sich zugetragen hat, die Begebnisse, = dem att. συμβάντα, 9.49 ; ähnl. Thuc. ἢν δέ γε ἄλλος πόλεμος καταλάβῃ, 2.54, wie 2.18 ; Sp., τὰ ἐκ τοῦ θεοῦ κατειληφότα Paus. 10.23.7, öfter ; τῆς νυκτὸς καταλαβούσης, als die Nacht eingetreten war, DS. 20.86 ; Dion.Hal. 5.44 u. a.Sp.; χειμῶνος ἤδη καταλαμβάνοντος, der Winter stand bevor, Hdn. 7.2.18, öfter. – Selten vom Glücke, wie τοῦτον κατέλαβε εὐτυχίη τις Her. 3.139. – Im pass. vrbdt Thuc. 7.57 ἐν τοιαύταις ἀνάγκαις κατειλημμένος.
- 1seize? τελέσαι δʼ ολ[ κα]τελάμβανον[ Pae. 12.18
Strong 2638
1. to lay hold of, seize, appropriate: Mk 9:18; c. acc. rei, I Co 9:24, Phl 3:12, 13.
2. to overtake: as carrel. of διώκω (Field, Notes, 158 f.), Ro 9:30; ἡ ἡμέρα, I Th 5:4; of evils, Jo 1:5 12:35 (cf. 6:17 T); hence, to surprise, discover: Jo 8:[3, 4],
3. Of mental action, to apprehend, comprehend; so mid., in NT (M, Pr., 158): Eph 3:18; seq. ὅτι, Ac 4:13 10:34; c. acc. et inf., Ac 25:25 (MM, Exp., xv).†
- Ito seize upon, lay hold of, Lat. occupare, Od., Hdt., Attic:—Mid. to seize for oneself, Lat. capesso, Hdt.
- 2to seize, overpower, of death and fatigue, Hom.
- 3to seize with the mind, apprehend, comprehend, Plat.
- IIto catch, overtake, come up with, τοὺς φεύγοντας Hdt.: of mischances, to overtake, befall, Hdt.
- 2to surprise, catch, find, Lat. deprehendo, with a partic., κ. τινὰ ζῶντα Hdt.; καταλαμβάνει τοὺς ἄρχοντας ἐξιόντας Dem., etc.
- 3impers., καταλαμβάνει τινά, c. inf., like the Attic συμβαίνει, it happens to one, it is oneʼs fortune to do so and so, τοῦτον κατέλαβε κεῖσθαι Hdt.
- 4absol., τὰ καταλαβόντα τὰ συμβάντα, what happened, the circumstances, Hdt.; ἢν πόλεμος καταλαβῇ Thuc.
- IIIto repress, arrest, check, τὴν δύναμιν Κύρου Hdt.; κ. τὸ πῦρ to get it under, Hdt.; κ. ἑαυτόν Hdt.; κ. τὰς διαφοράς to put an end to them, Hdt.:—Pass., ὁ θάνατος καταλαμφθεὶς ἐσιγήθη inquiries about the death being checked, Hdt.
- 2to bind, κ. πίστι, ὁρκίοις, Lat. jurejurando adstringere, to bind by oath, Hdt., Thuc.
- 3to force or compel one to do, c. inf., ἀναγκαίη μιν κ. φαίνειν forces him to bring out the truth, Hdt.:—Pass., καταλαμβανόμενος being constrained, Hdt.
-
…δεόμενοι ἰδεῖν ἤλθομεν · εἰσάγγειλον οὖν. μόγις οὖν ποτε ἡμῖν ἅνθρωπος ἀνέῳξεν τὴν θύραν. ἐπειδὴ δὲ εἰσήλθομεν, κατελάβομεν Πρωταγόραν ἐν τῷ προστῴῳ περιπατοῦντα, ἑξῆς δʼ αὐτῷ συμπεριεπάτουν ἐκ μὲν τοῦ ἐπὶ θάτερα Καλλίας ὁ Ἱππονίκου καὶ ὁ…
Plato, Protagoras
-
…ἂν τῇδε τῇ ἡμέρᾳ τελευτᾷ. οὐ πολὺν δʼ οὖν χρόνον ἐπισχὼν ἧκεν καὶ ἐκέλευεν ἡμᾶς εἰσιέναι. εἰσιόντες οὖν κατελαμβάνομεν τὸν μὲν Σωκράτη ἄρτι λελυμένον, τὴν δὲ Ξανθίππην γιγνώσκεις γάρ ἔχουσάν τε τὸ παιδίον αὐτοῦ καὶ παρακαθημένην. ὡς…
Plato, Phaedo
-
…ἐκείνων σύμμαχοι, ἡγούμενοι ἢ εἰς ἔρημον τὴν χώραν ἐμβαλεῖν ἢ ἐξ Αἰγίνης ἄξειν τὸ στρατόπεδον, ἐξελθόντες πανδημεὶ Γεράνειαν κατέλαβον · Ἀθηναῖοι δὲ τῶν μὲν ἀπόντων, τῶν δʼ ἐγγὺς ὄντων, οὐδένα ἐτόλμησαν μεταπέμψασθαι · ταῖς δʼ αὑτῶν ψυχαῖς…
Lysias, Speeches
-
…δὲ ἑτέραν ἀπελθὼν ὁδὸν ᾠχόμην. καίτοι ποτέρους χρὴ αἰτίους τῶν γεγενημένων εἶναι νομίζειν, τοὺς φεύγοντας ἢ τοὺς ζητοῦντας καταλαβεῖν ; ἐγὼ μὲν γὰρ ἡγοῦμαι πᾶσιν εἶναι δῆλον ὅτι φεύγουσι μὲν οἱ περὶ αὑτῶν δεδιότες, διώκουσι δὲ οἱ βουλόμενοί…
Lysias, Speeches
-
…τῆς πόλεως ἄρξουσιν. εἰ γὰρ ὑπὲρ τῶν ἀδικουμένων ἐστασίαζον, ποῦ κάλλιον ἦν ἀνδρὶ ἄρχοντι, ἢ Θρασυβούλου Φυλὴν κατειληφότος, τότε ἐπιδείξασθαι τὴν αὑτοῦ εὔνοιαν ; ὁ δʼ ἀντὶ τοῦ ἐπαγγείλασθαί τι ἢ πρᾶξαι ἀγαθὸν πρὸς τοὺς ἐπὶ Φυλῇ…
Lysias, Speeches
-
…ἦν, εἰ πολλοὺς ἔχων τῶν ἐπιτηδείων ἐγώ, ἀπαντήσας Σίμωνι, ἐμαχόμην αὐτῷ καὶ ἔτυπτον αὐτὸν καὶ ἐδίωκον καὶ καταλαβὼν ἄγειν βίᾳ ἐζήτουν, ὅπου νῦν τούτου ταῦτα πεποιηκότος ἐγὼ εἰς τοιοῦτον ἀγῶνα καθέστηκα, ἐν ᾧ καὶ περὶ τῆς…
Lysias, Speeches
-
…γεγένηται, ὥσπερ τι τῶν ἄλλων εὐλόγως πεποιηκότες. διαλαβόντες δὲ τὰς οἰκίας ἐβάδιζον · καὶ ἐμὲ μὲν ξένους ἑστιῶντα κατέλαβον, οὓς ἐξελάσαντες Πείσωνί με παραδιδόασιν · οἱ δὲ ἄλλοι εἰς τὸ ἐργαστήριον ἐλθόντες τὰ ἀνδράποδα ἀπεγράφοντο. ἐγὼ δὲ…
Lysias, Speeches
-
…ἕως ἂν φῶς γένηται · εἶτα ἴωμεν. καὶ γὰρ τὰ πολλὰ Πρωταγόρας ἔνδον διατρίβει, ὥστε, θάρρει, καταληψόμεθα αὐτόν, ὡς τὸ εἰκός, ἔνδον. μετὰ ταῦτα ἀναστάντες εἰς τὴν αὐλὴν περιῇμεν · καὶ ἐγὼ ἀποπειρώμενος τοῦ…
Plato, Protagoras
-
…δὲ μεθʼ αὑτῶν ἀκολουθεῖν εἰς Δαμνίππου. Πείσων δὲ προσελθὼν σιγᾶν μοι παρεκελεύετο καὶ θαρρεῖν, ὡς ἥξων ἐκεῖσε. καταλαμβάνομεν δὲ αὐτόθι Θέογνιν ἑτέρους φυλάττοντα · ᾧ παραδόντες ἐμὲ πάλιν ᾤχοντο. ἐν τοιούτῳ δʼ ὄντι μοι κινδυνεύειν ἐδόκει ,…
Lysias, Speeches
-
…, πάντες τὸν ἄνδρα ἐπαινοῦσιν καί φασιν σοφώτατον εἶναι λέγειν · ἀλλὰ τί οὐ βαδίζομεν παρʼ αὐτόν, ἵνα ἔνδον καταλάβωμεν ; καταλύει δʼ, ὡς ἐγὼ ἤκουσα, παρὰ Καλλίᾳ τῷ Ἱππονίκου · ἀλλʼ ἴωμεν. καὶ ἐγὼ εἶπον ·…
Plato, Protagoras