καταλαμπτέος
καταλαμπτέος, to be arrested
καταλαμπτέος, α, ον, Ion. for καταληπτέος,
- to be arrested, θανάτῳ by death, Hdt. 3.127.
καταλαμπτέος, α, ον, vb. ion. c. καταληπτέος, Hdt. 3, 127.
καταλαμπτέος
from καταλαμβάνω
καταλαμπτέος, α, ον
Ionic for καταληπτέος,
- to be arrested, Hdt.