κατάλαμπρος
κατάλαμπρος, very bright
κατάλαμπρος, ον,
- very bright, Gal. 19.576, EM 790.29.
κατά·λαμπρος, ος, ον, très brillant, Gal. 19, 576.
Étym. κ. λαμπρός.
κατάλαμπρος, verstärktes λαμπρός, Sp.