καταλευκόω
καταλευκόω, whiten
καταλευκόω,
- whiten, [πινάκιον] Aen.Tact. 31.15.
κατα·λευκόω-ῶ, rendre tout blanc, En. tact. Pol. 31.
καταλευκόω, ganz weiß machen, Aen.Tact.
καταλευκόω, whiten