κατάπηρος
κατάπηρος, maimed, mutilated
κατάπηρος, ον,
- maimed, mutilated, Hp. ap. Erot. s.v.
κατά·πηρος, ος, ον, tout à fait mutilé ou infirme, Erot. p. 228.
Étym. κ. πηρός.
κατάπηρος, verstümmelt, gebrechlich, Sp.