καταπιττόω Save LSJ Bailly 2024 Grieks Nederlands Pape καταπιττόω, Att. for καταπισσόω. κατα·πιττόω, v. καταπισσόω. κατα-πιττόω, Ion. καταπισσόω, met pek bestrijken (als straf); overdr. zwart maken: κατεπίττου πᾶς ἀνὴρ Εὐριπίδην iedereen maakte Euripides zwart Aristoph. Eccl. 829. καταπιττόω, att. = καταπισσόω.