καταπλαγής
καταπλαγής, panic-struck, scared
καταπλᾰγής, ές,
- panic-struck, scared, κ. γενέσθαι τὴν ἔφοδον Plb. 1.7.6; κ. μή . . Id. 2.69.6.
καταπλαγής, ής, ές [ᾰγ] frappé de crainte, Pol. 1, 7, 6.
Étym. καταπλήσσω, cf. καταπληγής.
καταπλαγής, ές, erschrocken, furchtsam ; καταπλαγεῖς γενόμενοι τὴν τοῦ Πύρρου ἔφοδον, = καταπλαγέντες, Pol. 1.7.6. Auch καταπληγής.