καταπιμελής Save LSJ Bailly 2024 Pape καταπῑμελ-ής, ές, = sq., Xenocr. ap. Orib. 2.58.148 (Sup.). κατα·πιμελής, ής, ές [ῑ] c. le suiv. Orib. p. 28 Matthäi || Sup. -έστατος, Xénocr. Al. 75. καταπιμελής, [ῑ], ές, = καταπίμελος, in superlat., Sp.