καταπήττω
καταπήττω,
- = καταπήγνυμι, Str. 4.3.5, D.H. 3.22, Apollod. Poliorc. 166.16 (Pass., -πησσ-).
κατα·πήττω (seul. prés. et impf.) c. καταπήγνυμι, Str. 194.
καταπήττω, = καταπήγνυμι, impf., Strab. 4.3.5.