καταπιπράσκω
καταπιπράσκω, to sell outright
καταπιπράσκω,
- sell outright, καταπρᾱθείς Luc. Sat. 16.
κατα·πιπράσκω (ao. pass. καταπραθείς [ᾱ]) vendre, Luc. Cron. 16.
καταπιπράσκω, (πιπράσκω), verkaufen, καταπραθείς Luc. cronosol. 16.
καταπιπράσκω
- to sell outright, καταπραθείς Luc.