καταπίμπρημι
καταπίμπρημι, to burn to ashes
καταπίμπρημι, fut. -πρήσω D.C. 39.9: pf. -πέπρηκα Id. 59.16:—
- burn to ashes, AP 11.131 (Lucill.), Ph. 1.516, Plu. Cam. 22, Polyaen. 8.65, Hdn. 8.1.4, Jul. Or. 2.62d:—Pass., κατεπρήσθησαν Plb. 14.4.10; καταπρησθέντας Luc. Par. 57 (nisi leg. -πτισθέντας).
κατα·πίμπρημι, f. καταπρήσω, brûler entièrement, Anth. 11, 131 ; Plut. M. 651a ; au pass. Pol. 14, 4, 10 ; Luc. Par. 57.
καταπίμπρημι, (πίμπρημι), ganz verbrennen, Sp.; κατεπρήσθησαν Pol. 14.4.10 ; καταπρησθέντας τὸ σῶμα Luc. parasit. 57.
καταπίμπρημι
fut. -πρήσω
- to burn to ashes, Anth.