κατάπικρος
κατάπικρος, very bitter
κατάπικρος, ον,
- very bitter, τῇ ψυχῇ LXX 2 Ki. 17.8, cf. Sm. Jb. 6.3; χολή PLeid.X. 62.
κατά·πικρος, ος, ον, très amer, Spt. Sam. 2, 17, 8 ; Symm. Job 6, 3.
Étym. κ. πικρός.
κατάπικρος, sehr bitter, herb, LXX.