καταπροβάλλω
καταπροβάλλω, prostrate
καταπρο-βάλλω,
- prostrate, prob. f.l. for προκαταβάλλω, Gal. 19.622.
κατα·προβάλλω, renverser, jeter à bas, Gal. 19, 622.
καταπροβάλλω, (βάλλω), vor-, hinwerfen, Gal.