καταπροτείνομαι
καταπροτείνομαι, hold out as a pretence
καταπροτείνομαι,
- hold out as a pretence, Gal. 5.92.
κατα·προτείνομαι, c. προτείνω, Gal. 5, 448.
καταπροτείνομαι, med., vorhalten, vorschützen, Galen.