καταπρολείπω
καταπρολείπω, forsake utterly
καταπρολείπω,
- forsake utterly, A.R. 3.1164.
κατα·προλείπω, abandonner complètement, A. Rh. 3, 1164.
καταπρολείπω, ganz verlassen, τούς γε καταπρολιπὼν ἐλιάσθη Ap.Rh. 3.1164.