καταπρηνόω
καταπρηνόω, to throw headlong down
καταπρην-όω,
- = foreg., τινὰ πόντῳ καταπρηνώσασθαι AP 7.652 (Leon.).
καταπρηνόω-ῶ, c. le préc. Anth. 7, 652.
καταπρηνόω
fut. ώσω
- to throw headlong down, Anth.