καταπρηΰνω Save Bailly 2024 Grieks Nederlands Pape κατα·πρηΰνω, v. καταπραΰνω. καταπρηΰνω ep. en Ion. voor καταπραΰνω. καταπρηΰνω, ion. = καταπραΰνω ; Ap.Rh. 1.265 ; Qu.Sm. 14.328.