About Report a problem

Menu

καταπρηνίζω

καταπρηνίζω, throw headlong down

καταπρην-ίζω,
  • throw headlong down, ἁλιῆας . . κατεπρήνιξεν ἐπάκτρου εἰς ἅλα Nic. Th. 824, cf. Nonn. D. 4.395.

Saved

Recent