καταφθινύθω
καταφθῐνύθω [ῠ],
- = καταφθίω, h.Cer. 353, Emp. 111.4; cf. sq. [καταφθίνω]
κατα·φθινύθω (seul. prés.) [ῐ] détruire de fond en comble, acc. Hh. Cer. 354.
Étym. cf. les suiv.
καταφθινύθω, verstärktes καταφθίω, zu Grunde gehen lassen ; τιμάς H.h. Cer. 354 ; ἄνεμοι – ἄρουραν Empedocl. 401 ; bei Theocr. 25.122 Conj. Meineke für καταφθίνουσι.
καταφθινύθω
= καταφθίω, Hhymn.