About Report a problem

Menu

κατάδεσμα

κατάδεσμα, ατος, τό,
  • = κατάδεσμος II, PMag.Lond. 121.299 (pl., abbrev.):—but pl. κατάδεσμα, τά, = κατάδεσμος I, IG 1(2).314.43.

Saved

Recent