καταδηλέομαι
καταδηλέομαι, injure, violate
καταδηλέομαι,
- injure, violate, Men.Prot. p.108 D.: Elean forms καδαλέοιτο, καδαλήμενοι, Schwyzer 413.8,6; καζαλήμενον ib. 418.19.
καταδηλέομαι, sehr beschädigen, vernichten, Sp.