καταδέρκομαι
καταδέρκομαι, to look down upon
καταδέρκομαι, aor.1 κατεδέρχθην S. Tr. 999 (anap.): aor. 2 κατέδρᾰκον Opp. H. 1.10 (tm.):—
- poet. for καθοράω, look down upon, αὐτοὺς Ἠέλιος . . καταδέρκεται ἀκτίνεσσιν Od. 11.16; μανίας ἄνθος καταδερχθῆναι S. l.c., cf. Lyr.Adesp. 87; ἐπὶ χθόνα κ. ἀκτίνεσσι h.Cer. 70.
κατα·δέρκομαι (f. -δέρξομαι, ao. 1 κατεδέρχθην) regarder d’en haut : ἐπὶ χθόνα, Hh. Cer. 70, sur la terre ; τι, Od. 11, 16 ; Soph. Tr. 1000, qqe ch. ||
➳ Prés. 2 sg. poét. -δέρκεαι, Hh. l. c.
καταδέρκομαι, (δέρκομαι), herabsehen, herabschauen, οὐδέ ποτʼ αὐτοὺς Ἠέλιος καταδέρκεται ἀκτίνεσσιν Od. 11.16, er schaut mit den Strahlen nicht auf sie herab, erblickt sie nicht ; πᾶσαν ἐπὶ χθόνα H.h. Cer. 70 ; μανίας ἄνθος καταδερχθείς Soph. Tr. 995 ; sp.D., wie Man. 6.284 ; κατὰ δʼ ἔδρακον Opp. Hal. 1.10.
καταδέρκομαι
[κατα- 1.]
To look down upon: οὐδέ ποτʼ αὐτοὺς Ἠέλιος καταδέρκεται (never shines upon them) Od. 11.16.
καταδέρκομαι
- 1behold c. acc. φίλοισι γὰρ φίλος ἐλθὼν ξένιον ἄστυ κατέδρακεν Ἡρακλέος ὀλβίαν πρὸς αὐλάν N. 4.23
καταδέρκομαι : look down upon, Od. 11.16†.
καταδέρκομαι
aor1 κατεδέρχθην
- Dep.:— to look down upon, Od., Soph.