κατάκρης
κατάκρης, Adv., Ion. for κατάκρας (q. v.).
κατάκρης, ion. = κατάκρας.
κατάκρης =κατάκρηθεν, see ἄκρη.
κατάκρης
- better κατʼ ἄκρης, v. ἄκρα.