καταληκτέον
καταληκτέον, one must end
καταληκτ-έον,
- one must end, ἢ ἐπʼ ἄπειρον [ἰτέον] ἢ εἴς τινας ἑνάδας κ. Procl. in Prm. p.948 S.
καταληκτέον, vb. de καταλήγω, Procl. Plat. Parm. p. 948 Stallb.