καταλιθάζω
καταλιθάζω, stone to death
καταλῐθάζω,
- = καταλιθόω, Ev.Luc. 20.6.
κατα·λιθάζω [ῐ] lapider, NT. Luc. 20, 6 ; Chrys. 6, 754 ; Nyss. 1, 833, etc.
καταλιθάζω, steinigen, NT, K.S.
καταλιθάζω
= καταλιθόω, NTest.